Το νέο Μουσείο «Atelier Σπύρου Βασιλείου» ως
χώρος εκδηλώσεων
Χτισμένη το 1957 στην ταράτσα του πατρικού
σπιτιού της Κικής Βασιλείου, «πανωσήκωμα» σε μια παλιά αθηναϊκή
κατοικία, η οικία Βασιλείου, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Πάτροκλου
Καραντινού, δημιουργείται ως σπίτι–ατελιέ, καλύπτοντας μορφολογικά
τις αισθητικές απαιτήσεις του μοντερνισμού -όπως αυτός αφομοιώνεται
από την ελληνική αρχιτεκτονική- και τις λειτουργικές ανάγκες του
καλλιτέχνη-ιδιοκτήτη.
Οι χώροι της αναπτύσσονται σε δύο ορόφους που
συνδέονται με εσωτερική ξύλινη σκάλα. Βασικά της γνωρίσματα το διπλό
ύψος, ο σαφής διαχωρισμός δημόσιων και ιδιωτικών χώρων, οι ευθείες
γραμμές, η προσαρμογή της όψης στη λειτουργία του ατελιέ και τα
μεγάλα ανοίγματα απ’ όπου μπαίνει, όλες τις ώρες, πλούσιο το αττικό
φως. Το αρχιτεκτονικό όραμα συμπληρώνει η ειλικρίνεια των υλικών.
Xαρακτηριστικό παράδειγμα τα επικαλυμμένα με
εποξειδική βαφή βιομηχανικά δάπεδα. Τις λιτές γραμμές συμπληρώνουν
κομμάτια μοντέρνας επίπλωσης, που συνδυάζονται ανεμπόδιστα με
παραδοσιακά έπιπλα ποικίλων χρήσεων. Το sgraffito μιας γοργόνας στον
κεντρικό τοίχο, τα χαράγματα των φίλων στις κολώνες του 2ου ορόφου
είναι κάποια από τα ειδικά χαρακτηριστικά που συμπυκνώνουν την
ιδιαιτερότητα της ταυτότητας των ιδιοκτητών.
Στην περιώνυμη οδό με το ξενικό όνομα, η
οικία Bασιλείου υπήρξε πάντοτε ξακουστή στους κύκλους των Αθηνών για
τη φιλόξενη διάθεση των ενοίκων της.
Τόπος συνάντησης ανθρώπων της τέχνης, του
θεάτρου και της λογοτεχνίας, φιλοξένησε γλέντια, κυρίως τα
παραδοσιακά κούλουμα της Καθαρής Δευτέρας, πάρτι, έκθεσεις έργων του
ζωγράφου αλλά και επιδείξεις μόδας!
Η οικία Βασιλείου αναδείχθηκε επίσης σε κύριο
θέμα μιας σειράς έργων του ζωγράφου και αποτέλεσε το αρχικό ερέθισμα
για τη συστηματική καταγραφή των ριζικών αλλαγών που έζησε η Αθήνα
την περίοδο της ανοικοδόμησης και της αντιπαροχής. H θέα από τα
παράθυρά και την ταράτσα, τα αντικείμενα και τα πρόσωπα της
καθημερινής ζωής, ο χώρος που δημιουργήθηκε για να στεγάσει την
καλλιτεχνική του δράση, τα τελάρα και τα χρώματα πρωταγωνιστούν στο
έργο του ζωγράφου καθώς μετατρέπονται σε αντικείμενα παρατήρησης που
αιχμαλωτίζουν το βλέμμα και οδηγούν τις θεματικές του επιλογές.